いじくる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ψηλαφίζω, παίζω με κάτι, περιεργάζομαι, πειράζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επεμβαίνω σε κάτι, κάνω τροποποιήσεις, πειράζω, πειράζω παράνομα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ασχολούμαι ερασιτεχνικά, πειραματίζομαι, καταπιάνομαι επιφανειακά

Κλίση

Παρόν (απλό)
弄くる
Παρόν (ευγενικό)
弄くります
Άρνηση (απλή)
弄くらない
Άρνηση (ευγενική)
弄くりません
Παρελθόν (απλό)
弄くった
Παρελθόν (ευγενικό)
弄くりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弄くらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弄くりませんでした
Τε-μορφή
弄くって
Δυνητική
弄くれる
Προστακτική
弄くれ
Βουλητική
弄くろう
Υποθετική (ば)
弄くれば