弄する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παίζω με, αστειεύομαι, χρησιμοποιώ (κυρίως κόλπα, σοφιστείες κ.λπ.)
- 02 περιγελάω, ειρωνεύομαι, κοροϊδεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弄する
- Παρόν (ευγενικό)
- 弄します
- Άρνηση (απλή)
- 弄しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弄しません
- Παρελθόν (απλό)
- 弄した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弄しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弄しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弄しませんでした
- Τε-μορφή
- 弄して
- Δυνητική
- 弄できる
- Προστακτική
- 弄しろ
- Βουλητική
- 弄しよう
- Υποθετική (ば)
- 弄すれば
- Υποθετική (たら)
- 弄したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弄したい
- Απαγορευτική (~な)
- 弄するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弄しなさい
- Παθητική
- 弄される
- Αιτιατική
- 弄させる