ろう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τζόγος με χαρτιά χανάφουντα

Κλίση

Παρόν (απλό)
弄花する
Παρόν (ευγενικό)
弄花します
Άρνηση (απλή)
弄花しない
Άρνηση (ευγενική)
弄花しません
Παρελθόν (απλό)
弄花した
Παρελθόν (ευγενικό)
弄花しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弄花しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弄花しませんでした
Τε-μορφή
弄花して
Δυνητική
弄花できる
Προστακτική
弄花しろ
Βουλητική
弄花しよう
Υποθετική (ば)
弄花すれば