ばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 引き伸ばす τεντώνω για να μεγαλώσει
  2. 02 ειδικά ως 引き伸ばす μεγεθύνω (φωτογραφίες)
  3. 03 ειδικά ως 引き延ばす καθυστερώ (π.χ. το τέλος μιας συνάντησης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き伸ばす
Παρόν (ευγενικό)
引き伸ばします
Άρνηση (απλή)
引き伸ばさない
Άρνηση (ευγενική)
引き伸ばしません
Παρελθόν (απλό)
引き伸ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
引き伸ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き伸ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き伸ばしませんでした
Τε-μορφή
引き伸ばして
Δυνητική
引き伸ばせる
Προστακτική
引き伸ばせ
Βουλητική
引き伸ばそう
Υποθετική (ば)
引き伸ばせば