ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκολλώ, ξεσκίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き剥ぐ
Παρόν (ευγενικό)
引き剥ぎます
Άρνηση (απλή)
引き剥がない
Άρνηση (ευγενική)
引き剥ぎません
Παρελθόν (απλό)
引き剥いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
引き剥ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き剥がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き剥ぎませんでした
Τε-μορφή
引き剥いで
Δυνητική
引き剥げる
Προστακτική
引き剥げ
Βουλητική
引き剥ごう
Υποθετική (ば)
引き剥げば