張り巡らす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τεντώνω γύρω από κάτι (π.χ. φράχτη, δίχτυ κ.λπ.), απλώνω (π.χ. σύστημα καλωδίωσης, δίκτυο κ.λπ.), στήνω (π.χ. κεραία, εξαρτισμό πλοίου κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 張り巡らす
- Παρόν (ευγενικό)
- 張り巡らします
- Άρνηση (απλή)
- 張り巡らさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 張り巡らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 張り巡らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 張り巡らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 張り巡らさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 張り巡らしませんでした
- Τε-μορφή
- 張り巡らして
- Δυνητική
- 張り巡らせる
- Προστακτική
- 張り巡らせ
- Βουλητική
- 張り巡らそう
- Υποθετική (ば)
- 張り巡らせば
- Υποθετική (たら)
- 張り巡らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 張り巡らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 張り巡らすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 張り巡らしなさい
- Παθητική
- 張り巡らされる
- Αιτιατική
- 張り巡らさせる