επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はり

  1. 01 επίθημα στο ύφος, στο στυλ (κυρίως για λογοτεχνικά, καλλιτεχνικά κ.λπ. έργα), που θυμίζει
  2. 02 επίθημα προσκολλημένος, τεντωμένος πάνω σε κάτι