張ばる

επίθημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα προεξέχω, διακρίνομαι
  2. 02 επιμένω, εμμένω

Παραδείγματα

  • 胸むねを張はる。

    Περήφανος.

  • 見栄みえを張はらないで、ありのままのあなたでいてください。

    Μην προσποιείσαι, να είσαι ο εαυτός σου.

  • 彼かれは自分じぶんの意見いけんを張はり続つづけ、議論ぎろんはなかなか終おわらなかった。

    Επέμενε στην άποψή του και η συζήτηση δεν τελείωνε με τίποτα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
張る
Παρόν (ευγενικό)
張ります
Άρνηση (απλή)
張らない
Άρνηση (ευγενική)
張りません
Παρελθόν (απλό)
張った
Παρελθόν (ευγενικό)
張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
張りませんでした
Τε-μορφή
張って
Δυνητική
張れる
Προστακτική
張れ
Βουλητική
張ろう
Υποθετική (ば)
張れば