当たりを取る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σημειώνω επιτυχία, έχω μεγάλη επιτυχία (π.χ. στις επιχειρήσεις, σε ένα θεατρικό έργο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 当たりを取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 当たりを取ります
- Άρνηση (απλή)
- 当たりを取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 当たりを取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 当たりを取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 当たりを取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 当たりを取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 当たりを取りませんでした
- Τε-μορφή
- 当たりを取って
- Δυνητική
- 当たりを取れる
- Προστακτική
- 当たりを取れ
- Βουλητική
- 当たりを取ろう
- Υποθετική (ば)
- 当たりを取れば
- Υποθετική (たら)
- 当たりを取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 当たりを取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 当たりを取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 当たりを取りなさい
- Παθητική
- 当たりを取られる
- Αιτιατική
- 当たりを取らせる