役を勤める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπηρετώ σε ρόλο, κατέχω αξίωμα, υποδύομαι τον ρόλο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 役を勤める
- Παρόν (ευγενικό)
- 役を勤めます
- Άρνηση (απλή)
- 役を勤めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 役を勤めません
- Παρελθόν (απλό)
- 役を勤めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 役を勤めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 役を勤めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 役を勤めませんでした
- Τε-μορφή
- 役を勤めて
- Δυνητική
- 役を勤められる
- Προστακτική
- 役を勤めろ
- Βουλητική
- 役を勤めよう
- Υποθετική (ば)
- 役を勤めれば
- Υποθετική (たら)
- 役を勤めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 役を勤めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 役を勤めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 役を勤めなさい
- Παθητική
- 役を勤められる
- Αιτιατική
- 役を勤めさせる