微妙い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό διακριτικός, λεπτός, ανεπαίσθητος
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό δύσκολος, περίπλοκος, ακανθώδης, λεπτός (κατάσταση, θέση κ.λπ.), οριακός (π.χ. απόφαση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 微妙い
- Παρόν (ευγενικό)
- 微妙いです
- Άρνηση (απλή)
- 微妙くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 微妙くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 微妙かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 微妙かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 微妙くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 微妙くなかったです
- Τε-μορφή
- 微妙くて
- Υποθετική (ば)
- 微妙ければ
- Υποθετική (たら)
- 微妙かったら