こころなしか

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάπως, κατά κάποιον τρόπο, φαινομενικά

Παραδείγματα

  • 心なしかこころなしかさむい。

    Κάπως κρυώνω.

  • かれ心なしかこころなしかさびしそうだった。

    Φαινόταν κάπως λυπημένος.

  • かれはなしいていたら、心なしかこころなしか元気げんきてきたようながした。

    Ακούγοντας την ιστορία του, ένιωσα κάπως να μου φεύγει η στενοχώρια.