いそがしい

επίθετο | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: せわしい

  1. 01 απασχολημένος, πολυάσχολος, έντονος
  2. 02 ανήσυχος, βιαστικός, νευρικός

Παραδείγματα

  • 私はいそがしいです

    Είμαι απασχολημένος/η.

  • 最近さいきん仕事しごとがとてもいそがしいです

    Τον τελευταίο καιρό, η δουλειά μου είναι πολύ πιεστική.

  • いそがしい日々ひびつづいていますが、健康けんこうをつけながら頑張がんばっています。

    Αν και οι μέρες μου είναι γεμάτες υποχρεώσεις, προσπαθώ να προσέχω την υγεία μου και να τα καταφέρνω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
忙しい
Παρόν (ευγενικό)
忙しいです
Άρνηση (απλή)
忙しくない
Άρνηση (ευγενική)
忙しくないです
Παρελθόν (απλό)
忙しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
忙しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
忙しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
忙しくなかったです
Τε-μορφή
忙しくて
Υποθετική (ば)
忙しければ