こたえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαντώ, ανταποκρίνομαι (π.χ. σε απαιτήσεις, προσδοκίες)
  2. 02 επηρεάζω, καταπονώ, με αγγίζει, είναι βάρος (π.χ. η ζέστη, το κρύο, η δουλειά, η αρρώστια)

Παραδείγματα

  • 質問しつもんこたえます

    Απαντώ στην ερώτηση.

  • かれみんな期待きたいこたえよう努力どりょくしました。

    Προσπάθησε σκληρά να ανταποκριθεί στις προσδοκίες όλων.

  • 最近さいきんきびしいさむさが高齢者こうれいしゃからだこたえているようです。

    Το πρόσφατο δριμύ ψύχος φαίνεται να καταπονεί τους ηλικιωμένους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
応える
Παρόν (ευγενικό)
応えます
Άρνηση (απλή)
応えない
Άρνηση (ευγενική)
応えません
Παρελθόν (απλό)
応えた
Παρελθόν (ευγενικό)
応えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応えませんでした
Τε-μορφή
応えて
Δυνητική
応えられる
Προστακτική
応えろ
Βουλητική
応えよう
Υποθετική (ば)
応えれば