おう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おうげ

  1. 01 συντομογραφία εφαρμοσμένη χημεία
  2. 02 προσαρμογή

Κλίση

Παρόν (απλό)
応化する
Παρόν (ευγενικό)
応化します
Άρνηση (απλή)
応化しない
Άρνηση (ευγενική)
応化しません
Παρελθόν (απλό)
応化した
Παρελθόν (ευγενικό)
応化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応化しませんでした
Τε-μορφή
応化して
Δυνητική
応化できる
Προστακτική
応化しろ
Βουλητική
応化しよう
Υποθετική (ば)
応化すれば