息を呑む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αιφνιδιάζομαι, μένω άναυδος (από έκπληξη, θαυμασμό κ.λπ.), κόβεται η ανάσα μου, καταπίνω την ανάσα μου
Παραδείγματα
-
その美しさに息を呑んだ。
Η ομορφιά με άφησε άφωνο.
-
舞台での彼の演技は素晴らしく、観客は息を呑んだ。
Η ερμηνεία του στη σκηνή ήταν τόσο εντυπωσιακή που το κοινό κόπηκε η ανάσα.
-
予期せぬ絶景が目の前に広がり、思わず息を呑むような感動に包まれた。
Μπροστά μου απλώθηκε ένα απρόσμενο μαγευτικό τοπίο, και κυριεύτηκα από ένα τέτοιο δέος που μου κόπηκε η ανάσα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 息を呑む
- Παρόν (ευγενικό)
- 息を呑みます
- Άρνηση (απλή)
- 息を呑まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 息を呑みません
- Παρελθόν (απλό)
- 息を呑んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 息を呑みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 息を呑まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 息を呑みませんでした
- Τε-μορφή
- 息を呑んで
- Δυνητική
- 息を呑める
- Προστακτική
- 息を呑め
- Βουλητική
- 息を呑もう
- Υποθετική (ば)
- 息を呑めば
- Υποθετική (たら)
- 息を呑んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 息を呑みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 息を呑むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 息を呑みなさい
- Παθητική
- 息を呑まれる
- Αιτιατική
- 息を呑ませる