情なさけない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άθλιος, αξιολύπητος, ντροπιαστικός, αξιοθρήνητος, επαίσχυντος

Παραδείγματα

  • 情なさけない。

    Είναι χάλια.

  • 試合しあいに負まけて、本当ほんとうに情なさけない気持きもちになった。

    Έχασα τον αγώνα και ένιωσα πραγματικά άθλια.

  • 努力どりょくしたにもかかわらず、結局けっきょく目標もくひょうを達成たっせいできなかった自分じぶんが情なさけないと感かんじた。

    Παρόλο που προσπάθησα πολύ, ένιωσα άθλια που τελικά δεν κατάφερα να πετύχω τον στόχο μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
情けない
Παρόν (ευγενικό)
情けないです
Άρνηση (απλή)
情けなくない
Άρνηση (ευγενική)
情けなくないです
Παρελθόν (απλό)
情けなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
情けなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
情けなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
情けなくなかったです
Τε-μορφή
情けなくて
Υποθετική (ば)
情けなければ