とぼける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ほうける

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παριστάνω τον ανήξερο, προσποιούμαι άγνοια, κάνω τον αθώο, έχω ανέκφραστο βλέμμα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω τον ανόητο
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα απαρχαιωμένο παρακμάζω λόγω γήρατος, έχω γεροντική άνοια

Κλίση

Παρόν (απλό)
惚ける
Παρόν (ευγενικό)
惚けます
Άρνηση (απλή)
惚けない
Άρνηση (ευγενική)
惚けません
Παρελθόν (απλό)
惚けた
Παρελθόν (ευγενικό)
惚けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惚けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惚けませんでした
Τε-μορφή
惚けて
Δυνητική
惚けられる
Προστακτική
惚けろ
Βουλητική
惚けよう
Υποθετική (ば)
惚ければ