ほうける

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: とぼける

  1. 01 διανοητικά βραδυκίνητος, μπερδεμένος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα απορροφώμαι, βυθίζομαι σε κάτι
  3. 03 ξεφτίζω και γίνομαι ατημέλητος (για μαλλιά, γρασίδι κ.λπ.), γίνομαι χνουδωτός

Κλίση

Παρόν (απλό)
惚ける
Παρόν (ευγενικό)
惚けます
Άρνηση (απλή)
惚けない
Άρνηση (ευγενική)
惚けません
Παρελθόν (απλό)
惚けた
Παρελθόν (ευγενικό)
惚けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
惚けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
惚けませんでした
Τε-μορφή
惚けて
Δυνητική
惚けられる
Προστακτική
惚けろ
Βουλητική
惚けよう
Υποθετική (ば)
惚ければ