まくら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρήση του βραχίονα ως μαξιλάρι, ανάπαυση του κεφαλιού πάνω στον βραχίονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
手枕する
Παρόν (ευγενικό)
手枕します
Άρνηση (απλή)
手枕しない
Άρνηση (ευγενική)
手枕しません
Παρελθόν (απλό)
手枕した
Παρελθόν (ευγενικό)
手枕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
手枕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
手枕しませんでした
Τε-μορφή
手枕して
Δυνητική
手枕できる
Προστακτική
手枕しろ
Βουλητική
手枕しよう
Υποθετική (ば)
手枕すれば