さいさいたおれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία οι ταλαντούχοι άνθρωποι καταστρέφονται από το ίδιο τους το ταλέντο

Κλίση

Παρόν (απλό)
才子、才に倒れる
Παρόν (ευγενικό)
才子、才に倒れます
Άρνηση (απλή)
才子、才に倒れない
Άρνηση (ευγενική)
才子、才に倒れません
Παρελθόν (απλό)
才子、才に倒れた
Παρελθόν (ευγενικό)
才子、才に倒れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
才子、才に倒れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
才子、才に倒れませんでした
Τε-μορφή
才子、才に倒れて
Δυνητική
才子、才に倒れられる
Προστακτική
才子、才に倒れろ
Βουλητική
才子、才に倒れよう
Υποθετική (ば)
才子、才に倒れれば