打 πρόθημα |
Μετάφραση από
JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πρόθημα προσδίδει έμφαση στο ακόλουθο ρήμα ή δηλώνει ότι η ενέργεια εκτελείται με δύναμη ή βίαια
Παραδείγματα
- 打っ付ける ぶっつける χτυπώ (π.χ. το κεφάλι μου), προσκρούω, τρακάρω (πάνω σε κάτι)
- 打っ付け ぶっつけ προχειρολόγα, απροετοίμαστα, απότομα, χωρίς προειδοποίηση
- 打っ千切り ぶっちぎり μεγάλο προβάδισμα, νίκη με τεράστια διαφορά, αποκόλληση από το υπόλοιπο γκρουπ
- 打っ手繰る ぶったくる χρεώνω υπερβολικά, κλέβω, ληστεύω, απομυζώ χρήματα