打つ
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: うつ
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χτυπώ, δέρνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκφωνώ (ομιλία), απευθύνω (λόγο)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα παρωχημένο τζογάρω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 打つ
- Παρόν (ευγενικό)
- 打ちます
- Άρνηση (απλή)
- 打たない
- Άρνηση (ευγενική)
- 打ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 打った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 打ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 打たなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 打ちませんでした
- Τε-μορφή
- 打って
- Δυνητική
- 打てる
- Προστακτική
- 打て
- Βουλητική
- 打とう
- Υποθετική (ば)
- 打てば
- Υποθετική (たら)
- 打ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 打ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 打つな
- Προστακτική (ευγενική)
- 打ちなさい
- Παθητική
- 打たれる
- Αιτιατική
- 打たせる