えぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: くじる , こじる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εξορύσσω, ανασκάπτω, αδειάζω, σκάβω, βγάζω με το κουτάλι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ταράζω βαθιά, προκαλώ ψυχικό πόνο
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα φτάνω στη ρίζα των πραγμάτων, φέρνω αδυσώπητα την αλήθεια στο φως

Κλίση

Παρόν (απλό)
抉る
Παρόν (ευγενικό)
抉ります
Άρνηση (απλή)
抉らない
Άρνηση (ευγενική)
抉りません
Παρελθόν (απλό)
抉った
Παρελθόν (ευγενικό)
抉りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抉らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抉りませんでした
Τε-μορφή
抉って
Δυνητική
抉れる
Προστακτική
抉れ
Βουλητική
抉ろう
Υποθετική (ば)
抉れば