こじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: くじる , えぐる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναμοχλεύω, παραβιάζω, ξεριζώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
抉る
Παρόν (ευγενικό)
抉ります
Άρνηση (απλή)
抉らない
Άρνηση (ευγενική)
抉りません
Παρελθόν (απλό)
抉った
Παρελθόν (ευγενικό)
抉りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抉らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抉りませんでした
Τε-μορφή
抉って
Δυνητική
抉れる
Προστακτική
抉れ
Βουλητική
抉ろう
Υποθετική (ば)
抉れば