担保
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ασφάλεια, εγγύηση, εξασφάλιση, υποθήκη
- 02 εγγύηση (π.χ. ασφάλειας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 担保する
- Παρόν (ευγενικό)
- 担保します
- Άρνηση (απλή)
- 担保しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 担保しません
- Παρελθόν (απλό)
- 担保した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 担保しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 担保しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 担保しませんでした
- Τε-μορφή
- 担保して
- Δυνητική
- 担保できる
- Προστακτική
- 担保しろ
- Βουλητική
- 担保しよう
- Υποθετική (ば)
- 担保すれば
- Υποθετική (たら)
- 担保したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 担保したい
- Απαγορευτική (~な)
- 担保するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 担保しなさい
- Παθητική
- 担保される
- Αιτιατική
- 担保させる