ひら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω (π.χ. μονοπάτι), καθαρίζω (το δρόμο), εκχερσώνω (π.χ. γη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
拓く
Παρόν (ευγενικό)
拓きます
Άρνηση (απλή)
拓かない
Άρνηση (ευγενική)
拓きません
Παρελθόν (απλό)
拓いた
Παρελθόν (ευγενικό)
拓きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拓かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拓きませんでした
Τε-μορφή
拓いて
Δυνητική
拓ける
Προστακτική
拓け
Βουλητική
拓こう
Υποθετική (ば)
拓けば