拗すねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μουτρώνω, γκρινιάζω, κατσουφιάζω

Παραδείγματα

  • 子こどもが拗すねた。

    Το παιδί μούτρωσε.

  • 欲ほしかったおもちゃが買かってもらえず、彼かれは拗すねてしまった。

    Δεν του αγόρασαν το παιχνίδι που ήθελε, οπότε μούτρωσε.

  • 彼女かのじょは、自分じぶんの意見いけんが聞き入れききいれられなかったことに拗すねて、一日中いちにちじゅう口くちを利きかなかった。

    Επειδή η άποψή της δεν εισακούστηκε, μούτρωσε και δεν μίλησε καθόλου όλη μέρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
拗ねる
Παρόν (ευγενικό)
拗ねます
Άρνηση (απλή)
拗ねない
Άρνηση (ευγενική)
拗ねません
Παρελθόν (απλό)
拗ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
拗ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
拗ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
拗ねませんでした
Τε-μορφή
拗ねて
Δυνητική
拗ねられる
Προστακτική
拗ねろ
Βουλητική
拗ねよう
Υποθετική (ば)
拗ねれば