拗れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περιπλέκομαι, επιδεινώνομαι, χαλάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 拗れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 拗れます
- Άρνηση (απλή)
- 拗れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 拗れません
- Παρελθόν (απλό)
- 拗れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 拗れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 拗れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 拗れませんでした
- Τε-μορφή
- 拗れて
- Δυνητική
- 拗れられる
- Προστακτική
- 拗れろ
- Βουλητική
- 拗れよう
- Υποθετική (ば)
- 拗れれば
- Υποθετική (たら)
- 拗れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 拗れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 拗れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 拗れなさい
- Παθητική
- 拗れられる
- Αιτιατική
- 拗れさせる