挙国一致
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός εθνική ενότητα, ομοψυχία ολόκληρου του έθνους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 挙国一致する
- Παρόν (ευγενικό)
- 挙国一致します
- Άρνηση (απλή)
- 挙国一致しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 挙国一致しません
- Παρελθόν (απλό)
- 挙国一致した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 挙国一致しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 挙国一致しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 挙国一致しませんでした
- Τε-μορφή
- 挙国一致して
- Δυνητική
- 挙国一致できる
- Προστακτική
- 挙国一致しろ
- Βουλητική
- 挙国一致しよう
- Υποθετική (ば)
- 挙国一致すれば
- Υποθετική (たら)
- 挙国一致したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 挙国一致したい
- Απαγορευτική (~な)
- 挙国一致するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 挙国一致しなさい
- Παθητική
- 挙国一致される
- Αιτιατική
- 挙国一致させる