振る
επίθημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ふる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα υιοθετώ ένα ύφος..., συμπεριφέρομαι ως..., παριστάνω τον..., υποκρίνομαι τον...
- 02 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα παίρνω ύφος, είμαι υπερόπτης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 振る
- Παρόν (ευγενικό)
- 振ります
- Άρνηση (απλή)
- 振らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 振りません
- Παρελθόν (απλό)
- 振った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 振りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 振らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 振りませんでした
- Τε-μορφή
- 振って
- Δυνητική
- 振れる
- Προστακτική
- 振れ
- Βουλητική
- 振ろう
- Υποθετική (ば)
- 振れば
- Υποθετική (たら)
- 振ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 振りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 振るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 振りなさい
- Παθητική
- 振られる
- Αιτιατική
- 振らせる