まく

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: めくる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανασηκώνω, μαζεύω (π.χ. μανίκια)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι επανειλημμένα, ενεργώ ακατάπαυστα, ενεργώ με απερίσκεπτη ορμή, συνεχίζω αδιάκοπα
  3. 03 αργκό συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω ανατροπή (σε ματζόνγκ, ιπποδρομίες κ.λπ.), κερδίζω το χαμένο έδαφος

Κλίση

Παρόν (απλό)
捲る
Παρόν (ευγενικό)
捲ります
Άρνηση (απλή)
捲らない
Άρνηση (ευγενική)
捲りません
Παρελθόν (απλό)
捲った
Παρελθόν (ευγενικό)
捲りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捲らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捲りませんでした
Τε-μορφή
捲って
Δυνητική
捲れる
Προστακτική
捲れ
Βουλητική
捲ろう
Υποθετική (ば)
捲れば