めく

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: まくる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεφυλλίζω, γυρίζω σελίδες
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεκολλάω, ανασηκώνω, ξεσκεπάζω, ξεριζώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
捲る
Παρόν (ευγενικό)
捲ります
Άρνηση (απλή)
捲らない
Άρνηση (ευγενική)
捲りません
Παρελθόν (απλό)
捲った
Παρελθόν (ευγενικό)
捲りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
捲らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
捲りませんでした
Τε-μορφή
捲って
Δυνητική
捲れる
Προστακτική
捲れ
Βουλητική
捲ろう
Υποθετική (ば)
捲れば