掛け合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπραγματεύομαι (με κάποιον για κάτι), συζητώ (κάτι με κάποιον), έρχομαι σε επαφή (με κάποιον για κάποιο θέμα), παζαρεύω
- 02 περιλούζω ο ένας τον άλλον, ρίχνω νερό ο ένας στον άλλον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掛け合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 掛け合います
- Άρνηση (απλή)
- 掛け合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掛け合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 掛け合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掛け合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掛け合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掛け合いませんでした
- Τε-μορφή
- 掛け合って
- Δυνητική
- 掛け合える
- Προστακτική
- 掛け合え
- Βουλητική
- 掛け合おう
- Υποθετική (ば)
- 掛け合えば
- Υποθετική (たら)
- 掛け合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掛け合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掛け合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掛け合いなさい
- Παθητική
- 掛け合われる
- Αιτιατική
- 掛け合わせる