ουσιαστικό, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: がけ

  1. 01 συντομογραφία πίστωση
  2. 02 οφειλόμενο χρηματικό ποσό σε λογαριασμό, λογαριασμός
  3. 03 επίθημα κρεμάστρα, βάση, στήριγμα, ράφι, γάντζος
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα στη διαδικασία του (κάτι), στη μέση της διαδικασίας, ημιτελής
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα στα πρόθυρα του (κάτι), έτοιμος να
  6. 06 συντομογραφία συνήθως γραμμένο με κάνα ζεστά νουντλς σε ζωμό
  7. 07 τιμή χονδρικής ως ποσοστό της τιμής καταλόγου (σε δέκατα)