επίθημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かけ

  1. 01 επίθημα ντυμένος, καλυμμένος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα εν μέσω, στη διάρκεια
  3. 03 επίθημα δέκατα (π.χ. τιμή χονδρικής ως δέκατα της λιανικής τιμής)
  4. 04 επίθημα φορές (δηλ. επί)
  5. 05 επίθημα χωρητικός (για καρέκλα κ.λπ.)