掠れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θολώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βραχνιάζω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα γρατζουνίζω, αγγίζω ελαφρά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 掠れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 掠れます
- Άρνηση (απλή)
- 掠れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 掠れません
- Παρελθόν (απλό)
- 掠れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 掠れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 掠れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 掠れませんでした
- Τε-μορφή
- 掠れて
- Δυνητική
- 掠れられる
- Προστακτική
- 掠れろ
- Βουλητική
- 掠れよう
- Υποθετική (ば)
- 掠れれば
- Υποθετική (たら)
- 掠れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 掠れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 掠れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 掠れなさい
- Παθητική
- 掠れられる
- Αιτιατική
- 掠れさせる