ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτρέπω την είσοδο σε κάτι (φως, αέρα, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
採り込む
Παρόν (ευγενικό)
採り込みます
Άρνηση (απλή)
採り込まない
Άρνηση (ευγενική)
採り込みません
Παρελθόν (απλό)
採り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
採り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採り込みませんでした
Τε-μορφή
採り込んで
Δυνητική
採り込める
Προστακτική
採り込め
Βουλητική
採り込もう
Υποθετική (ば)
採り込めば