採る
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 υιοθετώ (μέθοδο, πρόταση, κ.λπ.), λαμβάνω (μέτρο, πορεία δράσης, κ.λπ.), αποφασίζω
- 02 κόβω (π.χ. λουλούδια), συλλέγω (π.χ. μανιτάρια), πιάνω (π.χ. έντομα)
- 03 εξάγω (π.χ. χυμό), παίρνω (π.χ. δείγμα)
- 04 υιοθετώ (στάση)
- 05 προσλαμβάνω (εργάτες, μαθητές), απασχολώ
- 06 εισάγω (π.χ. νερό), αφήνω να μπει (π.χ. φως από παράθυρο)
Παραδείγματα
-
花を採る。
Κόβω λουλούδια.
-
新しい方法を採ることにしました。
Αποφάσισα να υιοθετήσω μια νέα μέθοδο.
-
政府は国民の意見を採り入れて、より良い政策を立案すべきだ。
Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει υπόψη της τις απόψεις των πολιτών και να καταρτίσει καλύτερες πολιτικές.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 採る
- Παρόν (ευγενικό)
- 採ります
- Άρνηση (απλή)
- 採らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 採りません
- Παρελθόν (απλό)
- 採った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 採りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 採らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 採りませんでした
- Τε-μορφή
- 採って
- Δυνητική
- 採れる
- Προστακτική
- 採れ
- Βουλητική
- 採ろう
- Υποθετική (ば)
- 採れば
- Υποθετική (たら)
- 採ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 採りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 採るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 採りなさい
- Παθητική
- 採られる
- Αιτιατική
- 採らせる