れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλέγομαι (για οστρακοειδή κ.λπ.), μαζεύομαι (για μανιτάρια, βότανα κ.λπ.), τρυγιέμαι (για καρπούς κ.λπ.), εξορύσσομαι (για διαμάντια κ.λπ.), εξάγομαι (π.χ. έλαιο από σόγια), λαμβάνομαι
  2. 02 μπορώ να συλλέξω, μπορώ να εξάγω, μπορώ να πάρω, μπορώ να αποκτήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
採れる
Παρόν (ευγενικό)
採れます
Άρνηση (απλή)
採れない
Άρνηση (ευγενική)
採れません
Παρελθόν (απλό)
採れた
Παρελθόν (ευγενικό)
採れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採れませんでした
Τε-μορφή
採れて
Δυνητική
採れられる
Προστακτική
採れろ
Βουλητική
採れよう
Υποθετική (ば)
採れれば