さい便べん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογή δείγματος κοπράνων

Κλίση

Παρόν (απλό)
採便する
Παρόν (ευγενικό)
採便します
Άρνηση (απλή)
採便しない
Άρνηση (ευγενική)
採便しません
Παρελθόν (απλό)
採便した
Παρελθόν (ευγενικό)
採便しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採便しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採便しませんでした
Τε-μορφή
採便して
Δυνητική
採便できる
Προστακτική
採便しろ
Βουλητική
採便しよう
Υποθετική (ば)
採便すれば