さいらん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογή αυγών (από όρνιθες, ψάρια κ.λπ.)
  2. 02 συλλογή ωαρίων

Κλίση

Παρόν (απλό)
採卵する
Παρόν (ευγενικό)
採卵します
Άρνηση (απλή)
採卵しない
Άρνηση (ευγενική)
採卵しません
Παρελθόν (απλό)
採卵した
Παρελθόν (ευγενικό)
採卵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採卵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採卵しませんでした
Τε-μορφή
採卵して
Δυνητική
採卵できる
Προστακτική
採卵しろ
Βουλητική
採卵しよう
Υποθετική (ば)
採卵すれば