さい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαγωγή ελαίου (π.χ. από σπόρους)
  2. 02 εξόρυξη πετρελαίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
採油する
Παρόν (ευγενικό)
採油します
Άρνηση (απλή)
採油しない
Άρνηση (ευγενική)
採油しません
Παρελθόν (απλό)
採油した
Παρελθόν (ευγενικό)
採油しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採油しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採油しませんでした
Τε-μορφή
採油して
Δυνητική
採油できる
Προστακτική
採油しろ
Βουλητική
採油しよう
Υποθετική (ば)
採油すれば