さいさんれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι κερδοφόρος, αποδίδω κέρδος

Κλίση

Παρόν (απλό)
採算が取れる
Παρόν (ευγενικό)
採算が取れます
Άρνηση (απλή)
採算が取れない
Άρνηση (ευγενική)
採算が取れません
Παρελθόν (απλό)
採算が取れた
Παρελθόν (ευγενικό)
採算が取れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採算が取れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採算が取れませんでした
Τε-μορφή
採算が取れて
Δυνητική
採算が取れられる
Προστακτική
採算が取れろ
Βουλητική
採算が取れよう
Υποθετική (ば)
採算が取れれば