さいきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξόρυξη χρυσού, άντληση χρυσού

Κλίση

Παρόν (απλό)
採金する
Παρόν (ευγενικό)
採金します
Άρνηση (απλή)
採金しない
Άρνηση (ευγενική)
採金しません
Παρελθόν (απλό)
採金した
Παρελθόν (ευγενικό)
採金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
採金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
採金しませんでした
Τε-μορφή
採金して
Δυνητική
採金できる
Προστακτική
採金しろ
Βουλητική
採金しよう
Υποθετική (ば)
採金すれば