搭載
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φόρτωση (σε πλοίο), εξοπλισμός (αεροσκάφους, αυτοκινήτου κ.λπ.) με, το να είναι κανείς εξοπλισμένος με
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 搭載する
- Παρόν (ευγενικό)
- 搭載します
- Άρνηση (απλή)
- 搭載しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 搭載しません
- Παρελθόν (απλό)
- 搭載した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 搭載しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 搭載しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 搭載しませんでした
- Τε-μορφή
- 搭載して
- Δυνητική
- 搭載できる
- Προστακτική
- 搭載しろ
- Βουλητική
- 搭載しよう
- Υποθετική (ば)
- 搭載すれば
- Υποθετική (たら)
- 搭載したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 搭載したい
- Απαγορευτική (~な)
- 搭載するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 搭載しなさい
- Παθητική
- 搭載される
- Αιτιατική
- 搭載させる