nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 搭
搭

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 12 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 επιβιβάζομαι
  2. 02 φορτώνω (όχημα)
  3. 03 επιβαίνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

トウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

—

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 搭載 φόρτωση (σε πλοίο), εξοπλισμός (αεροσκάφους, αυτοκινήτου κ.λπ.) με, το να είναι κανείς εξοπλισμένος με
  • 搭乗 επιβίβαση (σε πλοίο ή αεροπλάνο)
  • 搭乗者 επιβάτης (σε πλοίο ή αεροσκάφος)
  • 搭乗員 μέλος πληρώματος
  • 搭乗口 πύλη επιβίβασης (αεροδρομίου), θύρα αεροσκάφους
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων