摘つむ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: つまむ

  1. 01 μαζεύω, συλλέγω
  2. 02 κόβω, ψαλιδίζω, ψαλιδίζω τις άκρες

Παραδείγματα

  • 花はなを摘つむ。

    Μαζεύω λουλούδια.

  • 庭にわで新鮮しんせんなハーブを摘つんで、料理りょうりに使います。

    Μαζεύω φρέσκα βότανα από τον κήπο και τα χρησιμοποιώ στο μαγείρεμα.

  • 彼女かのじょは早朝そうちょう、まだ露つゆが残のこるうちに、一ひとつ一ひとつ丁寧ていねいに茶葉ちゃばを摘つんでいました。

    Εκείνη μάζευε προσεκτικά ένα ένα τα φύλλα τσαγιού νωρίς το πρωί, όσο υπήρχε ακόμα δροσιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
摘む
Παρόν (ευγενικό)
摘みます
Άρνηση (απλή)
摘まない
Άρνηση (ευγενική)
摘みません
Παρελθόν (απλό)
摘んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
摘みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
摘まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
摘みませんでした
Τε-μορφή
摘んで
Δυνητική
摘める
Προστακτική
摘め
Βουλητική
摘もう
Υποθετική (ば)
摘めば