擦する

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: こする , なする

  1. 01 τρίβω, ερεθίζω, ανάβω (σπίρτο), λιμάρω, θαμπώνω (γυαλί)
  2. 02 σπαταλώ (χρήματα), κατασπαταλώ (περιουσία), χάνω χρήματα (π.χ. στον τζόγο)

Παραδείγματα

  • 手てを擦する。

    Τρίβω τα χέρια μου.

  • マッチを擦する。

    Ανάβω ένα σπίρτο.

  • 靴くつが足あしに擦すれて痛いたい。

    Τα παπούτσια μου τρίβουν τα πόδια μου και πονάω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
擦る
Παρόν (ευγενικό)
擦ります
Άρνηση (απλή)
擦らない
Άρνηση (ευγενική)
擦りません
Παρελθόν (απλό)
擦った
Παρελθόν (ευγενικό)
擦りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
擦らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
擦りませんでした
Τε-μορφή
擦って
Δυνητική
擦れる
Προστακτική
擦れ
Βουλητική
擦ろう
Υποθετική (ば)
擦れば