放る
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ひる , まる , はなる
- 01 ρίχνω, πετάω, εκσφενδονίζω
- 02 παραμελώ, εγκαταλείπω, αφήνω στην τύχη του, αφήνω ανολοκλήρωτο
Παραδείγματα
-
ボールを放る。
Πετάω την μπάλα.
-
子どもが、公園でボールを遠くに放った。
Το παιδί πέταξε την μπάλα μακριά στο πάρκο.
-
途中で仕事を放り出すわけにはいかない。
Δεν γίνεται να παρατήσω τη δουλειά στη μέση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 放る
- Παρόν (ευγενικό)
- 放ります
- Άρνηση (απλή)
- 放らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 放りません
- Παρελθόν (απλό)
- 放った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 放りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 放らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 放りませんでした
- Τε-μορφή
- 放って
- Δυνητική
- 放れる
- Προστακτική
- 放れ
- Βουλητική
- 放ろう
- Υποθετική (ば)
- 放れば
- Υποθετική (たら)
- 放ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 放りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 放るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 放りなさい
- Παθητική
- 放られる
- Αιτιατική
- 放らせる